Παρουσίαση του βιβλίου του Τάκη Χριστοφόρου “Αλωνα, Λαογραφικά”

26 Απριλίου 2013 - Πολιτιστικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, αγαπητοί φίλοι,

"Του παλιού τζαιρού τους θρύλους, πόνους τζαι διασκεδάσεις,
Παραδόσεις τζ’ ιστορίες μέσα έσιει να θκιαβάσεις."

Αυτά γράφει ο Τάκης Χριστοφόρου στο εξώφυλλο του βιβλίου του που φέρει τον τίτλο: ΑΛΩΝΑ, λαογραφικά 1.
Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο γνωστός ζωγράφος κύριος Κάνθος, συγγενής του ποιητή.

Ο Τάκης Χριστοφόρου προσπαθεί να διασώσει με το βιβλίο αυτό, την πολιτιστική μας κληρονομιά και την κυπριακή διάλεκτο. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μέσ’ από την πορεία χιλιάδων χρόνων η παράδοσή μας συνεχίζεται… Μετά από τόσους κατακτητές, τόσα δεινά και δοκιμασίες, ο κυπριακός λαός κατάφερε να διαφυλάξει την Ελληνικότητα, τα ήθη, τα έθιμα και τη λαϊκή του κληρονομιά.

Πόση σοφία και γνώση κρύβεται πίσω απ’ το κουρασμένο μα καθάριο βλέμμα του απλοϊκού χωρικού και της Κύπριας αγρότισσας! Σοφία που πηγάζει από τις εμπειρίες και τις δοκιμασίες της ίδιας της ζωής. Μαζεύεται η γνώση αργά-αργά κι έρχεται η ώρα που τα λόγια βγαίνουν αυθόρμητα για να συνθέσουν ένα γνωμικό, μια παροιμία, ένα θρύλο ή μια παράδοση. Έτσι οι κυπριακές λαϊκές παραδόσεις κρύβουν μέσα τους το πνεύμα του λαού μας, τις σκέψεις του, τις πεποιθήσεις του, τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τις προσδοκίες του.

Ο Τάκης Χριστοφόρου θεώρησε χρέος του, μέσα σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια της αλλοτρίωσης, να περισώσει τις αξίες του λαού μας. Έτσι μάζεψε όλη τη σοφία του που περικλείεται μέσα στις αυθεντικές παραδόσεις για να τη σώσει, να τη διαφυλάξει σαν εθνική παρακαταθήκη και να την αφήσει στις επόμενες γενιές.

Οι κυπριακές λαϊκές παραδόσεις και θρύλοι που καταγράφονται στο βιβλίο αυτό είναι αυθεντικές όπως τις άκουσε από το στόμα του λαού. Δεν πρόσθεσε και δεν αφαίρεσε τίποτε.

Εσκέφτηκα πολλύν τζαιρόν, αν έπρεπεν να γράψω,
Στην γλώσσαν των παππούδων μας, τζερίν για να της άψω,
Που στάθηκεν στον πούντον της, για τρεις σ΄ιλιάδες γρόνια,
Άντεξεν μέσα σε σφαές, τζαι σε σκλαβκιές αιώνια.
Γλώσσα αρχαία ελληνική, αν το πολλοπροσέξεις
Αν τες σπιάσεις νακκουρίν εσού ούλλες τες λέξεις.

Ο Τάκης Χριστοφόρου γεννήθηκε στην Άλωνα το Φεβράρη του 1940. Τελειώνοντας το Παγκύπριο γυμνάσιο φοιτησε στο διδασκαλικό κολλέγιο και διορίστηκε στην αρχή δάσκαλος στο χωριό του. Όπου δούλεψε 25 χρόνια. Κατέληξε στην Κλήρου, όπου ζει σήμερα, χωρίς να ξεχάσει ούτε μια στιγμή το αγαπημένο του χωριό.

Το βιβλίο του ΑΛΩΝΑ, είναι ένα αφηγηματικό ποίημα γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο σε ομοιοκατάληκτο στίχο.

Με τέχνη και μαεστρία χειρίζεται την κυπριακή διάλεκτο. Λέξεις σπάνιες της κυπριακής τοπολαλιάς μπαίνουν με πολλή περίσκεψη στη σωστή θέση. Πολλές φορές, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τη σημασία της λέξης από τα συμφραζόμενα και δε χρειάζεται ν’ ανατρέξει στο γλωσσάρι, που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου.

Όπως κάθε τόπος της Κύπρου μας έχει τη δική του ιδιομορφία στη γλώσσα, έτσι συμβαίνει και στην ΑΛΩΝΑ. Ο ίδιος ο ποιητής μου είπε για τη λέξη «κουστωδία» που έχει πια χαθεί και την έλεγαν κυρίως για τον Δεσπότη που επισκεπτόταν συχνά το χωριό τους μετά της κουστωδίας του. Το ίδιο η λέξη «τανώ» στη ΑΛΩΝΑ λέγεται «περιτανώ» που σημαίνει βοηθώ δίνοντας γύρο όπως συνέβαινε στους γάμους με τις γυναίκες που βοηθούσαν.

Ένας θησαυρός λέξεων, λοιπόν κρύβεται μέσα στο βιβλίο ΑΛΩΝΑ.

Ο ποιητής υιοθετεί ένα εντελώς δικό του στιλ, με το δικό του ξεχωριστό ύφος. Μας διηγείται γεγονότα και καταστάσεις με αφηγηματική ποίηση.

Ο στίχος του 15σύλλαβος, πολύ καλά δουλεμένος. Η ομοιοκαταληξία είναι κυρίως ζευγαρωτή και αρκετές φορές πλεχτή. Το βιβλίο αρχίζει με τον τίτλο: το χωρκόν οι εκκλησιές τζαι οι θρύλοι.

«Λαλεί ο θρύλος π’ άκουσα, πως η Αγιά Ελένη
Σαν είδεν που την αστοσιάν η Τζύπρου τι εγένην,
Πως ελυπήθην το νησίν τζαι γέμωσεν καράβκια
Που τα νησιά αντρόυνα τζ’ έφεραν τα στην αδκειαν
Απού πλασμάτων το νησίν, τζ’ ούλλα γενήκαν άρκα
Κουφάδες εβασίλευκαν τζ’ άλλα θερκά ανάρκα.

Τζ’ οι θρύλοι όπου άκουσα, που τα παλιά τζ’ εζήσαν,
Πως κάποια που τα’ αντρόυνα, εις τα ψηλά τραβήσαν
Μακριά απού την θάλασσαν τζ’ απού τους πειρατές
Που κάμναν τα ρισάλτα τους, τζ’ εκάφκαν τες ακτές.
Μου φαίνεται που τα ψηλά, πως ήρτεν το ζευκάριν,
Των λαονιών προτίμησεν να έσιει πιον την χάρην.

Έναν ζευκάριν το λοιπόν, δώρον που την Ελένην,
Ήρτεν τζ’ εφούλιεψεν δαμαί, δυνάμενον εγένην,
Τζ’ εζευκαρώσαν τα παιδκιά, σαν έφτασαν τα γρόνια,
Με άλλους συντοπίτες τους που ήρταν στα λαόνια.
Αιώνες επερνούσασιν, τζ’ οι λας επολλυνίσκαν
Σαν τζ’ άλλοι πάνω στα βουνά ασφάλειαν εβρίσκαν.

Οι θρύλοι εκρατηθήκασιν εκατοντάδες γρόνια,
Γιατί εσυντυχάννασιν παππούδες με τα’ αγγόνια,
Όπως ο κύκλος της ζωής εγύριζεν καπάλιν,
Οι νιοί που γέροι γένουνταν στ’ αγγόνια τους τζαι πάλιν,
Τες παραδόσεις έλεαν, τα’ ακούσματα, τους θρύλους,
Τζαι οι γενιές τα κράτησαν σαν τους καλούς τους φίλους».

Για το όνομα ΑΛΩΝΑ υπάρχουν 4 εκδοχές.

(α) «Πάνω , δαμαί που είμαστεν τζαι τα βουνά ψηλώνουν,
Απού χαμαί στες ρίζες τους τραβούν στον ουρανόν,
Τζαι προς την Άλωναν, απότομα στυλλώννουν,
Έσσιει ομπρός που το χωρκόν, άπλωμαν ισιανόν,
Που μοιάζει από μακριά, ίδιον με αλώνιν,
Όι μιτσίν, πελώριον , ατέλειωτον σεντόνιν.

Ούλλα τα αλωνεύκασιν σε τζείνην την Αλώναν,
Άλωναν, βκάλαν το χωρκόν, ποττές εν εμαλλώνναν.»

Η δεύτερη εκδοχή.

(β) «Άλλοι λαλούν πως το χωρκόν το όνομαν επήρεν
Που οικισμόν, που λοιμιτζήν έτυχεν να χαθεί.
Ο κόσμος, όσος γλύτωσεν, ετράβησεν τζαι ήβρεν,
Καβαλλικώντας του βουνού, τόπον για να σταθεί.
Αφού ο τόπος πο’ φυαν ήταν τα Αλωνάτζια,
Άλωναν βκάλαν το χωρκόν τζαι χτίσασιν κονάτζια.»

Η τρίτη εκδοχή.

(γ) «Στους χάρτες που εβκάλασιν οι Φράγκοι αφεντάδες,
Ούλλοι τους έχουν σίουρα γραμμένον το χωρκόν,
Όι ακριβώς σαν το λαλούν, με κάποιες αλλαάδες,
Salona, γράφουν ούλλοι τους με λάθος το χωρκόν.
Μα το εκμεταλλεύτηκεν λαλούν ο καποττάρης,
Που έρκετουν για πούλημαν πάντα του καβαλλάρης,
Ελάλεν σ’ ούλλον το χωρκόν, πως είσιεν παραδόσεις,
Πως ήρταν που τα Σάλωνα, πλάσματα τζαι με δόσεις.»

Και η τελευταία εκδοχή.

«Άλωνα ήταν ο γιαλός, Άλωνα το χωρκούδιν,
Τζ’ οι λας που τράβησαν αρκής, μέσα στα πιο βαθθκιά,
Μα ύστερις του ποταμού πιάσαν τα’ ανηφορούδιν,
Εφτάσαν εις τα μέρη μας τζαι ήβραν σιουρκάν.
Τον τόπον που εδκιάλεξαν πάντα τζαι κατοικήσαν,
Όνομαν δώσαν του χωρκού, όπου εξεκινήσαν.»

Όσον αφορά τις εκκλησίες της ΑΛΩΝΑΣ υπήρχαν πολλές. Μερικές έχουν καταστραφεί.

Ξακουστή είναι η Παναγία η Καρδατζιώτισσα.
Επίσης η εκκλησία του Άη Γιώρκη, που τιμούσαν τη γιορτή του με πανηγύρι.
Η εκκλησία καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε με το ίδιο σχέδιο από τους χωριανούς.

«Εβάλασιν οι χωρκανοί ούλλοι τους για τα έρκα,
Μα προπαντός οι πλούσιοι, ελύσαν τα κκεμέρκα.»

Όσον αφορά την καμπάνα της εκκλησίας,

«Άκουσα πως που μακριά πως την εφέραν τότες,
Που της Ρουσσίας τον Βορκάν τζαι ήταν που τες πρώτες.
Πάνω σε έναν κάμηλον δύσκολα εφορτώσαν,
Τζαι να την φέρουν στο χωρκόν, γερήν το εξορτώσαν.
Επαίζαν την συνέχειαν, άμα την εκρεμμάσαν,
Τζ’ ούλλοι ευκαριστήθηκαν, τον ύπνον αν τζ’ εχάσαν.»

Τα πανηγύρια τότε ήταν πολύ συχνά. Ήταν η ευχαρίστηση των χωρικών από τη μια και από την άλλη η ευκαιρία να κάνουν τις εμπορικές τους συναλλαγές.
Μεγάλη πανήγυρης γινόταν τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, πολιούχου Αγίου της Άλωνας.
Ο θρύλος λέει πως έβλεπαν τον Άγιο πάνω στο άλογο του, ακόμα και ο ποιητής, μικρός, είδε τα σημάδια του αλόγου.

«Ούλλοι λαλούν πως άκουσαν, είδαν τον οπτασίαν,
Να τριυρνά, στα μάλια του κοντά στην εκκλησίαν.
Ακόμη άλλοι χωρκανοί, είπαν μου πως ακούσαν
Ότι σε δύσκολους τζαιρούς, τότες σαν επερνούσαν,
Τζαι στρέφουνταν στον Άγιον να δώσει κάποιαν χάρην,
Τζει πα στους ρότσους είδαν να στέκει καβαλλάρης,
Πουπανωδκιόν της Άλωνας με απλωμένα σιέρκα
Σαν να ευλόαν το χωρκόν, για του Θεού τα έρκα.»

Άλλες εκκλησίες αναφέρονται : η Χρυσογαλούσα, με θαυματουργή εικόνα που έδινε γάλα στις λεχώνες. Το κλησούδιν του Άη Σπυρίδωνου, έξω από το χωριό που δεν υπάρχει σήμερα. Οι Άγιοι απόστολοι, που έμεινε μόνο η τοποθεσία. Επίσης ήταν ακόμα μια εκκλησία, του Παρακαλάμου. Βρήκαν την εικόνα πέρα στον Καλαμιώνα. Ο θρύλος λέει πως κάποιος περνούσε με την εικόνα κι έκανε σταθμό να ξαποστάσει.

«Ήπιεν νερόν που το βρυσίν, έπιασεν την εικόναν
Μα ήταν πιο ασήκωτη, έμοιαζε με κολώναν.
Κατάλαβεν ο ρεξιμιός πως θέλημάν της ένι,
Τζείνον τον τόπον να σταθεί, τζ’ έτσι πρέπει να γένει».

Στο χωριό Άλωνα υπάρχουν πολλά δέντρα που βλέποντάς τα θαρρείς πως γονατίζουν για προσευχή. Ας δούμε τι έχει να μας πει ο ποιητής:

ΤΑ ΣΙΥΦΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

-Γιατί, παπού μου, στο χωρκόν, πολλά δέντρα μιάλα,
Ένι σ΄υφτά, καμπούρικα, τζ’ εν στέκουν σαν τα άλλα;
-Σ΄ ύβκουσιν οι λεφτοκαρκές, ο Άγιος να ρέξει,
Να βοηθήσει το χωρκόν, καλή μέρα να φέξει.

Ο διάλογος εδώ δεν είναι τυχαίος. Ο ποιητής θέλει να τονίσει ότι οι θρύλοι και οι παραδόσεις περνούσαν από τον παππού στα εγγόνια.

Και περνούμε στους γιορτάρηδες του χωρκού. Μετά τη λειτουργία γίνονταν γλέντια τρικούβερτα στο σπίτι του γιορτάρη, με φαγητό, κρασί και τραγούδι.

Πρώτα πο ούλλα έπρεπεν αγιασμόν να κάμουν.
Με τάξιν πιον εκάθουνταν, ούλλοι για να προκάμουν,
Προ τζεφαλής πάντα παπάς, δεξιά του ο γιορτάρης,
Ψαλτάδες στα ζαβρόδεξια, μιάλη τους η χάρις.

Ο ποιητής με πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες λόγω χρόνου δεν μπορούμε ν’ αναφέρουμε, μιλά για τις σήκωσες και τα έθιμα στις δυο μεγάλες γιορτές: τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.

Αναφέρεται επίσης και στους πραματευτάδες που πήγαιναν στα πανηγύρια να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Για τον ποιητή οι πραματευτάδες ήταν σοφοί, γιατί επειδή γύριζαν πολλά μέρη,

«Έξεραν τα εθίματα χωρκών τζαι κάθε τόπου.»

Οι γάμοι ήταν μεγάλο γεγονός στο χωριό, όμως,

«Ούλλους που εχαρτώννουνταν, χώρκα τους εκρατούσαν,
Απού το ταίριν μακριά τότες καστιωρούσαν.
Μιαν αμματιάν εις τα κρυφά κάποτες ανταλλάσσαν,
Τζ’ εκαρτερούσαν την στιγμήν, του γάμου που ετάσσαν,
Μόνοι τους εν εβρέθουνταν ποττές οι χαρτωμένοι,
Τα έθιμα κρατούσασιν, άδρώποι προκομμένοι.»

Γάμους στο χωρκόν εκάμναν, την αδκειάσην σαν εβρίσκαν,
Τον Απρίλην για Οκτώβρην. Που δουλειές ελλιανίσκαν.

Κι επιστρέφουμε πάλι στις τοποθεσίες.

Η ΜΟΥΤΤΗ ΤΗΣ ΚΑΝΤΗΛΑΣ

«Ο θρύλος ο παμπάλαιος, λαλεί πως μια εικόνα,
Της Παναγίας – η Σ΄έπη μας – ένι καλά χωσμένη.
Πάντα καντήλα άσβηστη, ομπρός που την εικόναν,
Γρονιές που εν αμέτρητες, αιώνια αυτουμένη.
Ψηλά στην μούττην, το λαλεί ο θρύλος καθώς πρέπει
Άφτει καντήλα Παναγιάς, που το χωρκόν το σ΄έπει.»

ΤΟ ΑΡΚΑΤΖΙΝ ΤΗΣ ΑΛΩΝΟΥ

Τ’ Αρκάτζιν τούτον πέρκαλλον εστάθην του χωρκού μας,
Γεμάτον που λεφτοκαρκές, όμορφες πρασινάδες,
Βρυσιά με καθεαρόν νερόν στο κάθε πάτημάν μας,
Κολύμπες που ελούννονταν του θρύλου ανεράδες,
Πουλιών αρκάτζιν στέκεται προς του χωρκού την δύσην,
Που έσιει βρύσην ξακουστήν, τζείν’ των «Πουλιών την Βρύσην».

Χαρακτηριστικό της ΑΛΩΝΑΣ ήταν οι πολλές οι βρύσες και οι ποταμοί, που έδιναν και το πράσινο χρώμα στο χωριό και κατά συνέπεια τη δροσιά.

Και μετά από μια όμορφη κι ενδιαφέρουσα περιδιάβαση στις τοποθεσίες και στους θρύλους της ΑΛΩΝΑΣ, την οποία θα κάνετε και μόνοι σας, διαβάζοντας το βιβλίο, ο ποιητής αναφέρεται στις διάφορες δεισιδαιμονίες, που κι αυτές οφείλονται στη σοφία του λαού μας.

«Ό,τι εβκάλλαν οι παλιοί, σοφά, γιατί νηστεύκαν,
Τζαι πράματα που γίνονταν πολλά τα επιστεύκαν.

Ένα παράδειγμα:
Έσσω σου μεν μπει το κακόν, τζαιρόν να μεν του δώσεις,
πα ΄στο ανώβλιν ξωπορτιού παλλούτζιν να καρφώσεις.»

Θα κλείσουμε με μια προφητεία, που όπως γράφει ο ποιητής είπεν την ο Δημήτρης πριν γρόνους πολλούς, αλλά που είναι επίκαιρη και στους δικούς μας χρόνους.

«Άδρωπε, μεν χουμίζεσαι, κανένας εν το ξέρει,
τωρά που εξημέρωσεν, η τύχη τι θα φέρει.
Παλάτια είσιεν κάμποσα, λίρες σαν το βριμίδιν,
μα στ’ άλλον το ξημέρωμα εν έμεινεν λουβίδιν».

Τελειώνοντας, ευχαριστώ τον κύριο Τάκη Χριστοφόρου για όσα έμαθα διαβάζοντας το βιβλίο του και λυπάμαι που δεν μπόρεσα λόγω πιέσεως του χρόνου, να μεταφέρω περισσότερα και σε σας.

Τον συγχαίρω και του εύχομαι:
Γρόνους πολλούς να ζήσει
Τζαι με νέα έργα του να μας ευχαριστήσει.

Αγνή Χαραλάμπους
Φιλόλογος-συγγραφέας